Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

ΝΑ ΤΗΝ ΒΡΑΣΩ ΤΕΤΟΙΑ ΥΠΑΚΟΗ


Την πιο σκληρή δοκιμασία πού πέρασε ο πατέρας μας, ο παππούς ο Δαμασκηνός, όπως τον φωνάζαμε αργότερα στο Αγιον Όρος, ήταν
 όταν έλαβε την εντολή να διαβάση ψαλτήρι στο γέρο-Θόδωρο.
Αυτή τη δοκιμασία, είναι αλήθεια, ότι ούτε κι εγώ θα την έφερνα εις πέρας. Ακούστε την.


Ο γέρο-Θόδωρος, ήταν Πειραιώτης, ξεπεσμένος για χρονιά στα παραθαλάσσια της Σκήτης της αγίας Άννας. Περνούσε τις μέρες του εκεί κάτω στα Βουλευτήρια, όπως ονομάζεται η περιοχή, καλαφατίζοντας την βάρκα του και μπαλώνοντας τα δίκτυα. Τα οικονομούσε με τα ψάρια πού έπιανε και έτσι ποτέ δεν του έλειψε το καθημερινό του, μαζί με το απαραίτητο τσιγάρο. Αυτό ήταν και η αίτια πού δεν αποφάσιζε να γίνει καλόγερος. Όχι τόσο οι ακολουθίες, οι νηστείες και οι υπακοές, αλλά το τσιγαράκι πού του ήταν αδύνατο να το στερηθεί. 


 Ωστόσο φορούσε πάντα ένα παλιό σκούφο καλογερικό κι ένα χιλιομπαλωμένο ζωστικό.

Θυμάμαι μου μιλούσε και λίγο μάγκικα, σαν Πειραιώτης πού ήταν. «Στα χρόνια μου,» μας έλεγε, «όταν ήμουνα παιδί, την περνούσα εκεί τριγύρω στο Ρολόι. Ό δήμαρχος κι εγώ είχαμε μόνιμο στέκι σε κείνη την περιφέρεια του λιμανιού. Ξενοδοχείο λουξ για μένα ήταν οι μαούνες και τα καΐκια. Εμένα ρωτούσαν πολλές φορές να τους πω κατά πού πήγε ο δήμαρχος όταν έβγαινε έξω από το Δημαρχείο.» Τελικά, ο γερό-Θόδωρος, είτε από συνήθεια να συναναστρέφεται με καλόγερους, είτε γιατί αρρώστησε βαριά και άθελα του κόπηκε η όρεξη για το τσιγάρο, δεν αποκλείεται και το θέλημα του Θεού, ζήτησε στα τελευταία του να διαβαστεί καλόγηρος. Έτσι κι έγινε. Σε λίγο όμως πέθανε, και έπρεπε να τον θάψουν να του διάβαση κάποιος το Ψαλτήρι. Βρέθηκε κάτω στα Βουλευτήρια, φιλοξενούμενος στο Χιώτικο μοναστήρι του γ.  Ιγνατίου, ο πατέρας μου, ο τότε κυρ-Δημήτρης. Ένας λόγος είναι να διαβάζεις ψαλτήρι σε πεθαμένο, αλλά στην περίπτωση του γέρο-Θόδωρου τα πράγματα δεν ήσαν και τόσο εύκολα.
-        Γέρο-Δημήτρη, θα κόμης υπακοή;
-        Νάναι ευλογημένο, γέροντα.
-        Πάρε το ψαλτήρι και πήγαινε στην Εκκλησία του αγίου Ελευθερίου και διάβαζε έως ότου μαζευτούν οι πατέρες για να διαβαστεί και η νεκρώσιμη ακολουθία.


-        Η Εκκλησία του αγίου Ελευθερίου βρίσκεται στα Βουλευτήρια της αγίας 'Αννης και ανήκει, σαν μετόχι, στην Λαύρα του αγίου Αθανάσιου. Είναι μια χαμηλή, μακρόστενη, σκοτεινή Εκκλησία, με στενόμακρα σαν πολεμίστρες παράθυρα. Το φώς πού την φώτιζε στο εσωτερικό ήταν πολύ ολίγο. Η καρδιά σου σε έσφιγγε όταν έμπαινες μέσα και χωρίς να υπήρχε πεθαμένος κάτω από τον πολυέλαιο.


Ο κυρ-Δημήτρης, με το ψαλτήρι στα χέρια προχώρησε σιγά-σιγά και στριμώχθηκε σε μια άκρη. Τυλιγμένος, ραμμένος μέσα στο ράσο ο νεκρός, στη μέση της Εκκλησίας, περίμενε τα διαβάσματά του.
Οι άλλοι καλόγεροι τριγύρω στα χωράφια τίναζαν και μάζευαν τις ελιές.
Ο δόκιμος στην υπακοή, κρατούσε στα χέρια το ψαλτήρι και άρχισε να διαβάζει: «Μακάριος ανήρ, ος ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών». Η συνέχεια όμως δεν ήταν και τόσο εύκολη. Το ψαλτήρι βάραινε στα χέρια του, άρχισαν να τρέμουν. 

Σταμάτησε το διάβασμα και κοίταξε τον πεθαμένο. Του φάνηκε πως κουνήθηκε. «Μπα, η ιδέα μου είναι», μονολόγησε και συνέχισε. «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει.» Μα να, πράγματι ο νεκρός άρχισε να κουνιέται πάλι. Η καρδιά του πατέρα μου πήγε να σπάσει. Χάριν της υπακοής θέλησε να προχωρήσει στο ψαλτήρι. «Αι χείρες σου εποίησάν με και έπλασάν με.» Δεν μπόρεσε να πει πάρα κάτω. Τα χέρια του γέρο-Θόδωρου σηκώθηκαν επάνω σαν σε προσευχή. Ο καημένος ο δόκιμος δεν βάσταξε. Πετά το ψαλτήρι κάτω και παίρνει δρόμο έξω από την  Εκκλησία.


Οι καλόγεροι πού τον είδαν του φώναξαν. «Γερό-Δημήτρηη, γερό-Δημήτρη, γιατί παράκουσες το διάβασμα; Πού είναι η υπακοή σου;»
«Να την βράσω τέτοια υπακοή,» ξέσπασε ο πατέρας μου, εσείς βαλθήκατε να με πεθάνετε πριν τον καιρό μου».
Και όμως ο γερό-Δαμασκηνός Αστυφίδης πέθανε με προορατικό χάρισμα, καλός και υπήκοος Μοναχός.



ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΜΟΥ

ΙΕΡΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΝ ΜΥΡΟΒΟΛΟ ΧΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ.
ΑΘΗΝΑ 1990
ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΣΤΟΡΙΑΣ
κ.κ. ΠΕΤΡΟΥ.
ΠΗΓΗ

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Το βασίλειο του ανθρώπου και το βασίλειο του Θεού

Ο κάθε άνθρωπος, ακριβώς επειδή είναι άνθρωπος, οφείλει να επιλέξει το Θεό ή τον εαυτό του. Στην πραγματικότητα κάθε άνθρωπος έχει επιλέξει, διότι είμαστε αυτό που επιλέξαμε. με την επιλογή μας, δείχνουμε την προτίμησή μας για το ένα ή το άλλο: το Βασίλειο του εαυτού ή το Βασίλειο του Θεού.
Ευγένιος Ρόουζ
Μετανοείτε: ήγγικεν γαρ η Βασιλεία των Ουρανών. (κατ. Ματθ. 4:17)

Στην εισαγωγή του πρώτου μέρους του βιβλίου, ο Ευγένιος* έγραψε ότι «Τα δύο Βασίλεια έχουν θεμελιωθεί επάνω σε δυό είδη πίστης: το μεν ένα -του Θεού- είναι θεμελιωμένο στην πίστη στον Χριστό, ενώ το Βασίλειο του Ανθρώπου θεμελιώνεται στην πίστη στον κόσμο». Η δεύτερη αυτή πίστη, διευκρινίζει, βασίζεται δήθεν στο «προφανές» και στο «αναγκαίο», αλλά σε βαθύτερο επίπεδο πηγάζει από την ίδια την επιθυμία του ανθρώπου: « Είναι γεγονός ότι ο κοσμικός άνθρωπος δεν επιθυμεί κανέναν άλλο κόσμο. Διότι ο «άλλος κόσμος» εισάγει σε ένα βάθος και μια πολυπλοκότητα ύπαρξης, την οποία οι άνθρωποι «φυσικά» (στη μεταπτωτική τους κατάσταση), δε θέλουν να αντιμετωπίσουν. Ο «άλλος κόσμος» διαταράσσει κάθε εγκόσμια «γαλήνη του νού» και αποσπά τους ανθρώπους από το «προφανές» και απλό καθήκον του να «τα βγάζουν πέρα στον κόσμο».

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου ο Ευγένιος σημειώνει πως μολονότι ο Χριστιανός μπορεί να φαίνεται κάπως εκτός τόπου και χρόνου, αυτός κυρίως – παρά ο κοσμικός άνθρωπος – είναι ο πραγματικός ρεαλιστής, διότι μόνον αυτός μπορεί να αντιμετωπίσει την ύπαρξη όπως ακριβώς έχει: «Ο πόνος, τα βάσανα, ο θάνατος – όλα τούτα τα γεγονότα, τα άρρηκτα συνδεδεμένα με τη ζωή – οι κοσμικοί άνθρωποι τα δέχονται μεν θεωρητικά, αλλά στην πραγματικότητα κάνουν ότι περνάει απ’ το χέρι τους για να τα εξαφανίσουν, ή τουλάχιστον να τα μετριάσουν και να τα λησμονήσουν, κοιτάζοντας τη «θετική» πλευρά. Απεναντίας ο Χριστιανός τα αποδέχεται και μάλιστα τα καλοδέχεται, γνωρίζοντας ότι χωρίς τέτοιες δοκιμασίες δεν υπάρχει πρόοδος στην πνευματική ζωή. Ο κόσμος πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί. Όταν γνωρίσουμε το Χριστό, γνωρίζουμε τη δύναμη που μας εξευγενίζει και μας καθιστά ικανούς να αντιμετωπίσουμε και να νικήσουμε τον κόσμο».

Το δεύτερο μέρος – «Το Βασίλειο του Ανθρώπου στη Σύγχρονη Εποχή» - θα ήταν μια ορθόδοξη χριστιανική ερμηνεία της νοοτροπίας του μοντερνισμού. Ένας απ’ τους «νόμους» αυτής της νοοτροπίας που θα μελετούσε ο Ευγένιος, ήταν ο νόμος της «απλούστευσης», ο οποίος ευθυνόταν για την αφέλεια των συγχρόνων του σε ότι αφορά τα «πνευματικά». Με το να διερευνά ο άνθρωπος μονάχα τις φυσικές εκδηλώσεις του πνευματικού κόσμου, (τα «φαινόμενα»), σύμφωνα με τη μοντέρνα «επιστημονική» λατρεία του προφανούς, απειλεί να εγκαινιάσει τη λεγόμενη «εποχή της μαγείας», όπως είπε ο Ευγένιος. Πρόκειται για μια ιδέα του Σολόβιεφ στο έργο του «Σύντομη Ιστορία του αντιχρίστου», όπου η προηγμένη τεχνολογία συνδυάζεται μυστηριωδώς με μαγικά φαινόμενα. Ο Ευγένιος έγραψε σχετικά: «Η αδηφαγία του μοντέρνου ανθρώπου – απόρροια της ανάγκης του να βρεί κάτι για να αντικαταστήσει το Χριστό – είναι η βάση της μανίας του για πειραματισμό και της περίφημης (αλλά στην πραγματικότητα πολύ περιορισμένης) «ανεκτικότητάς» του και έχει ως μόνη φυσική κατάληξη τη μαγεία, την ηθική διαστροφή και τον αποκρυφισμό, αυτά δηλαδή που θα ορίζαμε ως τον «ύστατο πειραματισμό». 

Εξετάζοντας τη φύση του μοντερνισμού, ο Ευγένιος προχώρησε σε μια κριτική υπό το φως των ορθόδοξων χριστιανικών διδαγμάτων, σε τρία από τα κοσμικά «είδωλα» της μοντέρνας εποχής. Το πρώτο το ονόμασε «λατρεία του πολιτισμού». Αφού σκιαγράφησε αρκετές πτυχές  αυτού του ειδώλου, έδειξε πόσο οι Χριστιανοί κινδυνεύουν να ενδώσουν στη σαγήνη του, αν αναγάγουν σε αυτοσκοπό τις υπηρεσίες τους προς την «ανθρωπότητα». Στον αντίποδα αυτού, κατέθεσε κάποιες σκέψεις του για τη φύση της γνήσιας χριστιανικής φιλανθρωπίας. Ένας Χριστιανός ανταποκρίνεται σε μια άμεση ανάγκη συνανθρώπου του, από αγάπη, στο όνομα του Χριστού,  αν όμως σκεφθεί: «αφού είναι καλό να ταΐσεις έναν πεινασμένο άνθρωπο, τότε είναι πολύ καλύτερο να ταΐσεις χίλιους, διότι ο ένας δεν είναι παρά σταγόνα στον ωκεανό», τότε αρχίζει να μετατρέπει το Χριστιανισμό σε σύστημα και να τον συρρικνώνει στο επίπεδο μιάς ιδεολογίας. Ενθυμούμενος τα λόγια του Χριστού – «…πάντοτε γαρ τους πτωχούς έχετε μεθ’ εαυτών» (Κατά Ματθαίον, 26:11)- ο Ευγένιος έγραψε: «Ο Χριστός δεν ήρθε για να ταΐσει τους φτωχούς, αλλά για να σώσει τις  ψυχές όλων, πεινασμένων και χορτασμένων».

Η επιστήμη ήταν το επόμενο είδωλο της μοντέρνας εποχής που σκόπευε να εξετάσει. Όπως έγραφε, «Η σύγχρονη επιστήμη… έχει ενδώσει πλήρως στην ισχύ. Ακόμα και η «περιέργεια» - η ρίζα της σύγχρονης επιστήμης – στοχεύει στην ισχύ. Διότι μέσω της περιεργείας καταλήγουμε σε μια αντικειμενική γνώση, στο πλαίσιο της οποίας τα γεγονότα θεωρούνται ότι περιέρχονται στο έλεος μας». Συγκρίνοντας την επιστήμη με τη μαγεία, ο Ευγένιος αποφάνθηκε ότι «έχουν την ίδια οπτική γωνία». Και οι δυό αυτές προσεγγίσεις ασχολούνται με φαινόμενα και με τη διαχείρισή τους, με θαύματα, με αποτελέσματα. Και οι δυό αποτελούν προσπάθεια να εκπληρωθούν οι πόθοι μας, να καμφθεί η πραγματικότητα ανάλογα με τις επιθυμίες μας. Έχουν μία απλώς διαφορά: η επιστήμη ( η σύγχρονη επιστήμη), είναι συστηματική μαγεία. Η επιστήμη έχει βρεί μια μέθοδο με την οποία η μαγεία προσαρμόζεται στα δεδομένα και λειτουργεί… Ναι, οι επιστήμονες μπορεί να θεωρούν εαυτούς ορθολογιστές, (με την πιο στενή έννοια του όρου), όσο παραμένουν κλεισμένοι στα εργαστήριά τους υποδουλωμένοι σε ποικίλες τεχνικές. Όμως στα μάτια  κάποιου όχι και τόσο υποδουλωμένου, ικανού να βλέπει τα πράγματα  σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς- δε θυμίζουν άραγε τα αποτελέσματα της επιστήμης στις μέρες μας, ένα μαγικό τοπίο;»

Το μοντέρνο είδωλο της επιστήμης συνδέεται με το τρίτο είδωλο που ήθελε να σκιαγραφήσει ο Ευγένιος: την πίστη στην ιστορική πρόοδο της ανθρωπότητας. Εκείνος φυσικά, έβλεπε αυτήν την πίστη ως το αντίστροφο ακριβώς της αλήθειας. Σύμφωνα με την κοινή γνώμη των συγχρόνων του, η «πρόοδος» του πολιτισμού έκανε ένα άλμα από την κλασική αρχαιότητα στην Αναγέννηση πάνω από την πλάτη, θα λέγαμε, του μεσαιωνικού πολιτισμού. Ο Ευγένιος είχε άλλη άποψη, αντίθετη. Έγραψε ότι η Αναγέννηση αποτελούσε στην πραγματικότητα «μια μετάβαση από τη μεσαιωνική στη μοντέρνα νοοτροπία, με τη μορφή ενός βαθύτατου εκφυλισμού σε σχέση με την πρώτη και ενός πρώιμου χαοτικού σταδίου σε σχέση με τη δεύτερη…» Σ’ αυτή τη μεταβατική περίοδο, νέες δυνάμεις αναφύονταν και αναμειγνύονταν με τις παλιές. Όπως έγραψε: «Εκείνην την περίοδο επιχειρήθηκε ένας συμβιβασμός ανάμεσα στο νέο και το παλαιό, ανάμεσα στον ‘’ανθρωπισμό’’ και το ‘’Χριστιανισμό’’… Οι νέες δυνάμεις ήταν πολύ ισχυρές για να ικανοποιηθούν με κάποιο συμβιβασμό και η Εκκλησία θα συνειδητοποιούσε, αργά ή γρήγορα, ότι μ’ έναν τέτοιο ‘’συμβιβασμό’’ είχε πουλήσει την ψυχή της».

Ο Ευγένιος είδε το δέκατο όγδοο αιώνα ως μία κρίσιμη καμπή, κατά την οποίαν ο «ασυμβίβαστος μοντερνισμός ήταν ελεύθερος να κάνει ότι μπορούσε – έξω από την Εκκλησία (είτε αγνοώντας την είτε επιτιθέμενος σ’ αυτήν) – και να αποδείξει τα δικά του λάθη στην πράξη…Από το δέκατο όγδοο αιώνα ζούμε σ’ ένα «νέο κόσμο», έναν κόσμο στον οποίον έχει διακοπεί η συνέχεια, έναν κόσμο όχι πιά «δεδομένο», αλλά υπό κατασκευή. Έναν κόσμο κατακερματισμένο, από τον οποίον ο άνθρωπος επιχειρεί – όχι πλέον μαζί με τη φύση και το Θεό, αλλά εναντίον τους – να φτιάξει το σπίτι του, την πόλη του, το Βασίλειό του – το νέο Πύργο της Βαβέλ».

*μετέπειτα π. Σεραφείμ

Από το Βιβλίο «π. Σεραφείμ Ρόουζ η ζωή και τα έργα του, τόμος Α» (σελ.234-238)

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

ΔΗΛΩΝΟΥΝ ΑΛΒΑΝΟΙ ΚΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ: ΘΑ ΤΟΥΣ ΧΑΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ;



Κωνσταντίνος Χολέβας – Πολιτικός Επιστήμων

Η κυβέρνησή μας είναι έτοιμη να παραχωρήσει το όνομα, την ιστορία και τον πολιτισμό της Μακεδονίας σε μία πολυεθνική οντότητα, η οποία διεκδικεί τα πάντα από τον Ελληνισμό: Τον Φίλιππο, τον Αλέξανδρο, τους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο και τα εδάφη της Βορείου Ελλάδος.

Κι όμως αν παρακολουθούσαν την εσωτερική κατάσταση των Σκοπίων οι υπεύθυνοι για την ελληνική εξωτερική πολιτική θα ήσαν πιο προσεκτικοί. Θυμίζω κάτι πολύ διαφωτιστικό. Το κράτος που διεκδικεί το όνομα Μακεδονία κυβερνήθηκε κατά τα τελευταία χρόνια από τρεις Πρωθυπουργούς, οι οποίοι είχαν καταγωγή είτε αλβανική είτε ελληνική είτε βουλγαρική. Συγκεκριμένα:

Ο Πρωθυπουργός της περιόδου 1998- 2002 Λιούπτσο Γκεοργκίεσφσκι δηλώνει ότι είναι Βούλγαρος και ότι δεν ανήκει στο «μακεδονικό» έθνος. Επίσης τονίζει ότι θα ήθελε να αναλάβει Πρέσβυς της Βουλγαρίας στα Σκόπια.

Ο μέχρι πέρσυ Πρωθυπουργός της FYROM Νίκολα Γκρούεφσκι είναι γνωστό ότι κατάγεται από τη Φλώρινα και τον πατέρα του τον έλεγαν Γρούιο.

Ο δε σημερινός Πρωθυπουργός Ζοραν Ζάεφ έχει αποκαλύψει προ μηνός ότι κατάγεται από οικογένεια Αλβανών με Ορθόδοξο Χριστιανικό θρήσκευμα.

Είναι επίσης γνωστό ότι το 25%- 30% των κατοίκων της ψευδομκεδονίας είναι Αλβανοί και διεκδικούν καθεστώς ισοτιμίας στον πολιτικό, γλωσσικό και εκπαιδευτικό τομέα.

Εκείνο που δεν είναι τόσο γνωστό είναι ότι άρχισε να ξηλώνεται το ψευδομακεδονικό κατασκεύασμα, το οποίο δημιουργήθηκε από τον κομμουνιστή δικτάτορα Τίτο μετά το 1944. Ήδη πολλά γνωστά ονόματα της πολιτικής και των γραμμάτων θυμούνται τις βουλγαρικές τους ρίζες και ετοιμάζουν ποιλιτική κίνηση βουλγαροφρόνων.

Όπως μας ενημερώνει το ιστολόγιο Βαλκανικό Περισκόπιο: «Μία νέα Λέσχη Διαλόγου πολιτικών και προσωπικοτήτων του σκοπιανού κράτους που έχουν βουλγαρική ιθαγένεια ή βουλγαρική συνείδηση θα δημιουργηθεί στην πόλη των Σκοπίων, σύμφωνα με δημοσίευμα του βουλγαρικού πρακτορείου FOKUS, αναφερόμενο σε πηγές του δημοσιογράφου Ζόραν Ταλέφσκι από τα Σκόπια».

Η επίσημη ανακοίνωση του νέου σχηματισμού, ο οποίος θέτει πολιτικούς στόχους, θα γίνει στις 24 Μαίου, Ημέρα των Βουλγαρικών Γραμμάτων και επίσης ημέρα μνήμης των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου με το Παλαιό Ημερολόγιο.

Στην φιλοβουλγαρική πολιτική κίνηση αναμένεται να συμμετάσχουν ο προαναφερθείς Λιούπτσο Γκεοργίφσκι, ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Αντόνιο Μιλοσόσκι, ο Ακαδημαϊκός Μπλάζε Ρίστοφσκι, ιστορικός και εκδότης της λεγόμενης «Μακεδονικής Εγκυκλοπαιδείας», ο πρώην Υπουργός Αμύνης Νίκολα Κλούσεφ κ.α.

Την ώρα, λοιπόν, που επιφανείς Σκοπιανοί πολιτικοί δηλώνουν ότι έχουν αλβανική ή βουλγαρική καταγωγή η επίσημη Ελλάς δείχνει πρόθυμη να τους αναγνωρίσει ως «Μακεδόνες»!

Προτείνω να σταματήσει κάθε συζήτηση για οποιοδήποτε σύνθετο όνομα και να ζητήσουμε μία αντικειμενική απογραφή πληθυσμού για να δούμε την πραγματική εθνολογική σύνθεση του γειτονικού κράτους. Γιατί να ονομασθεί «Μακεδονία» ένα κράτος Αλβανών και Βουλγάρων;

Άρθρο στην ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, 15.4.2018



Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Σύναξη των Οσίων Κολλυβάδων Πατέρων, των εκ του Αγιωνύμου Άθωνος ορμωμένων



Τύπος εορτής:   Με βάση το Πάσχα.
Εορτάζει 6 ημέρες μετά το Άγιο Πάσχα.
Άγιοι που εορτάζουν:  Συναξη Των Οσιων Κολλυβαδων Πατερων, Των Εκ Του Αγιωνυμου Αθωνος Ορμωμενων
Γέγηθε ὑμῖν ὁ Ἄθως Κολλυβάδες,
Νύμφη δὲ Χριστοῦ, νῦν Ἐκκλησία χαίρει


Σπείραντες Θεοῦ τήν γνῶσιν Κολλυβάδες,
δράγματα ζωῆς ἐθέρισαν ἀφθόνως


Ἡμέρα Λαμπρᾶς καταπαύσεως δεῦτε
ἐργάτας φωτός στέψωμεν Κολλυβάδας.

Βιογραφία
Στην ιστορία της Εκκλησίας μας το Πνεύμα το Άγιο αναδεικνύει κάποιες πνευματικές προσωπικότητες, οι οποίες όχι μόνο χαρακτηρίζουν την εποχή τους, αλλά και γίνονται φωτεινοί φάροι για τις επερχόμενες γενεές. Γι’ αυτό ατενίζοντας προς αυτούς μπορούμε και εμείς, οι «εις τους εσχάτους καιρούς καταντήσαντες», να διαπλεύσουμε ακίνδυνα, «αβρόχοις ποσί» την θάλασσα των πειρασμών, των παθών, των πλανών του διαβόλου και να φθάσουμε στο λιμάνι της «όντως ζωής», της απαθείας, του «σαββατισμού»· να επιτύχουμε την σωτηρία μας. Τέτοιοι ήταν οι Τρεις Ιεράρχες (βλέπε 30 Ιανουαρίου), ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (βλέπε 21 Ιανουαρίου), ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (βλέπε 12 Οκτωβρίου), ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (βλέπε 14 Νοεμβρίου), οι Κολλυβάδες Πατέρες.

Η εμφάνιση των Κολλυβάδων κατά τον 18ο μ.Χ. αιώνα στον αγιορειτικό και ευρύτερα τον ελλαδικό χώρο, προκαλεί μία δυναμική επιστροφή στις ρίζες της Ορθοδόξου Πατερικής Παραδόσεως.

Οι φορείς αυτής της Ορθοδόξου Παραδόσεως ονομάσθηκαν ειρωνικά από τους αντιπάλους τους στο Άγιον Όρος Κολλυβάδες, εξαιτίας του ότι αντέδρασαν στην αντιπαραδοσιακή μεταφορά της τελέσεως των μνημοσύνων από το Σάββατο στην Κυριακή, γιατί σωστά εκτίμησαν ότι προσβάλλεται έτσι ο αναστάσιμος και πανηγυρικός χαρακτήρας της ημέρας.

Συγκεκριμένα η αφορμή δόθηκε από τους μοναχούς της αγιορειτικής Σκήτης της Αγίας Αννης. Το 1754 μ.Χ. οι Αγιαναννίτες μοναχοί εργάζονταν για την ανοικοδόμηση του Κυριακού (τού κεντρικού Ναού της Σκήτης). Αλλά επειδή έπρεπε να εργάζονται και το Σάββατο, πήραν την απόφαση να μην τελούν τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων το Σάββατο σύμφωνα με την παράδοση που ίσχυε σε όλο το Άγιον Όρος, αλλά την Κυριακή μετά την Θεία Λειτουργία. Η απόφαση αυτή, που ερχόταν σε αντίθεση με την εκκλησιαστική παράδοση, σκανδάλισε τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, που ήταν τότε καθηγητής στην Αθωνιάδα Σχολή – την οποία προσφάτως, το 1749 μ.Χ., είχε ιδρύσει η Ιερά Μονή Βατοπαιδίου – και άρχισε δογματικό αγώνα εναντίον των Αγιαναννιτών. Ο ιεροδιάκονος Νεόφυτος ήταν ο πρωτουργός του κινήματος των Κολλυβάδων.

Βέβαια η τέλεση των μνημοσύνων ήταν μία μικρή λεπτομέρεια μέσα στο όλο ανακαινιστικό και παραδοσιακό έργο των Κολλυβάδων. Απλώς τονίσθηκε και διογκώθηκε εσκεμμένα από τους αντιπάλους τους, τους λεγομένους Αντικολλυβάδες ή Φιλελευθέρους, ώστε όχι μόνο να αποκρυβεί η όλη τους προσφορά, αλλά και να συκοφαντηθούν οι ίδιοι, γιατί ασχολούνταν με μικρά και ασήμαντα πράγματα, όπως είναι δήθεν τα μνημόσυνα και τα κόλλυβα. Αλλά και οι Μακκαβαίοι (βλέπε 1 Αυγούστου) για μία μικρή λεπτομέρεια, για το ότι δεν υπήκουσαν στον βασιλιά Ναβουχοδονόσορα και δεν έφαγαν χοιρινό κρέας που το απαγόρευε η παράδοση των Πατέρων τους, υποβλήθηκαν σε φρικτά μαρτύρια και έγιναν Μάρτυρες και γνήσιοι ομοληγητές της πίστεως των Πατέρων· τους οποίους τιμούμε ως Αγίους της Εκκλησίας μας. Ο ομολογιακός χαρακτήρας της ορθοδόξου πίστεώς μας εκφράζεται όχι μόνο στο δογματικό επίπεδο, αλλά και στο ηθικό και γενικότερα το παραδοσιακό.

Αλλη αφορμή για την εμφάνιση των Κολλυβάδων δόθηκε με την έκδοση δύο βιβλίων, του πρώτου το 1777 μ.Χ. και του δευτέρου το 1783 μ.Χ., τα οποία αναφέρονταν στην ανάγκη της συχνής θείας Μεταλήψεως και προερχόταν από τον κύκλο των Κολλυβάδων. Το δεύτερο βιβλίο, του οποίου συγγραφείς είναι ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (βλέπε 14 Ιουλίου) και ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς επίσκοπος Κορίνθου (βλέπε 17 Απριλίου), καταδικάσθηκε από το Πατριαρχείο το 1785 μ.Χ., γιατί δήθεν δημιουργούσε σκάνδαλα και διχόνοιες. Αργότερα όμως το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο πρόβαλε το βιβλίο αυτό ως ψυχωφελές και σωτήριο και με Πατριαρχικό και Συνοδικό γράμμα αθώωσε τους συγγραφείς του.

Μαζί με τον ιεροδιάκονο Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη συντάχθηκαν αρχικά οι διδάσκαλοι της Αθωνιάδος Σχολής, άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (βλέπε 24 Ιουνίου), Χριστόφορος ο Προδρομίτης ο εξ Αρτης και οι ιερομόναχοι Αγάπιος ο Κύπριος, Ιάκωβος ο Πελοποννήσιος, Παρθένιος ο αγιογράφος και Παΐσιος ο καλλιγράφος. Αργότερα προστέθηκαν και ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο μεγάλος άγιος και σοφός διδάσκαλος του Γένους· ο άγιος Μακάριος επίσκοπος Κορίνθου, που καταγόταν από την επιφανή οικογένεια των Νοταράδων· ο ιερομόναχος Διονύσιος ο Σιατιστέας, πνευματικός της Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγίου Δημητρίου, και ο υποτακτικός του ιερομόναχος Ιερόθεος, ο πνευματικός του Αγίου Όρους στο Πρωτάτο.

Οι κύριοι εκφραστές του κινήματος των Κολλυβάδων, οι οποίοι δημιούργησαν μία φιλοκαλική αναγέννηση τον 18ο μ.Χ. αιώνα στην Ορθόδοξο Εκκλησία, ήταν ο Αθανάσιος ο Πάριος, ο Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο Μακάριος Κορίνθου, ο Νοταράς. Αυτοί λόγω της προσφοράς και δραστηριότητός τους, αλλά περισσότερο λόγω της οσίας και υποδειγματικής Πατερικής βιοτής τους, δικαίως συγκαταριθμήθηκαν στην χορεία των Αγίων της Εκκλησίας μας.

Περί της τελέσεως των μνημοσύνων συνήλθαν δύο Σύνοδοι. Η πρώτη με εντολή του Πατριαρχείου έγινε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους το 1774 μ.Χ. και συμμετείχαν δύο πρώην πατριάρχες, οκτώ άλλοι αρχιερείς και 200 περίπου μοναχοί. Η Σύνοδος αναθεμάτισε τους Κολλυβάδες. Η δεύτερη Σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 1776 μ.Χ. επί οικουμενικού πατριάρχου Σωφρονίου Β΄ και συμμετείχαν ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Αβραάμιος και άλλοι 16 αρχιερείς. Η Σύνοδος αφόρισε τους αρχηγούς των Κολλυβάδων – μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο ιερομόναχος Αγάπιος ο Κύπριος – ενώ εδίωξε και εξόρισε τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο. Το 1785 μ.Χ. ο πατριάρχης Γαβριήλ ο Δ΄ αθώωσε τον άγιο Αθανάσιο. Η τελική δικαίωση όμως των Κολλυβάδων και για το θέμα των μνημοσύνων και την συχνή θεία Μετάληψη έγινε αρκετά αργότερα, τον Αύγουστο του 1819 μ.Χ., από τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ (βλέπε 10 Απριλίου).

Οι Αντικολλυβάδες–Φιλελεύθεροι χρησιμοποίησαν όλα τα αθέμιτα μέσα κατά των Κολλυβάδων· τις διαβολές, τις κατηγορίες, τις συκοφαντίες· έφθασαν ως και στην διάπραξη φόνων. Οι Αγιαναννίτες κάλεσαν κάποιον αρχιληστή της εποχής, τον καπετάν Μάρκο, για να φονεύσει τέσσερις Κολλυβάδες: Τον καλλιγράφο ιερομόναχο Παΐσιο και τον Γέροντά του Θεοφάνη, τον ιερομόναχο Αγάπιο τον Κύπριο και τον ιερομόναχο Γαβριήλ. Και ο ληστής κατάφερε και έπνιξε τους δύο από αυτούς, τον ιερομόναχο Παΐσιο και τον Γέροντα Θεοφάνη.

Η διδασκαλία των Κολλυβάδων ήταν ακραιφνώς Πατερική. Κύριο μέλημά τους ήταν να πείσουν με τον λόγο και με όλο το βίωμά τους τους πιστούς, ώστε να ζήσουν την εσωτερική εν Χριστώ ζωή. Τα θέματα στα οποία εντόπιζαν τον αγώνα τους αφορούσαν την θεία Λατρεία. Ήταν φιλακόλουθοι και συνιστούσαν την τακτική θεία Εξομολόγηση, την συχνή συμμετοχή των πιστών μετά από συνεχή πνευματικό αγώνα και προετοιμασία στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Προέτρεπαν στην αυστηρή τήρηση του εκκλησιαστικού τυπικού, που εξασφαλίζει την πνευματική ισορροπία στην ζωή της Εκκλησίας. Επίσης συνιστούσαν την μελέτη Πατερικών κειμένων, η οποία βοηθά τον πιστό στην διαμόρφωση γνησίου Πατερικού φρονήματος. Ιδιαίτερα οι τρεις άγιοι Κολλυβάδες, Νικόδημος ο Αγιορείτης, Αθανάσιος ο Πάριος, Μακάριος ο Νοταράς, ερμήνευσαν κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας μας, έγραψαν βίους και συνέταξαν Ακολουθίες Αγίων, ακόμη και σχολικά εγχειρίδια Γραμματικής, Ρητορικής, Φιλοσοφίας. Πολλοί Κολλυβάδες αντέγραψαν μάλιστα έργα θύραθεν συγγραφέων, μετέφρασαν σύγχρονους Δυτικούς φιλοσόφους, δεν φοβήθηκαν την επαφή με την νεωτερικότητα είτε προσλαβάνοντας στοιχεία και μεθόδους που εναρμονίζονταν με την Πατερική διδασκαλία είτε επικρίνοντας αυτήν έντονα. Ο σοφός Ευγένιος Βούλγαρης – που κάλλιστα μπορεί να συνταχθεί μαζί με τους Κολλυβάδες Πατέρες, αν και δεν συμμετείχε ενεργά στο κίνημα, αφού μετά το 1762 μ.Χ. βρίσκεται εκτός του ελλαδικού χώρου (Λειψία και κατόπιν Ρωσία)– ήταν βαθύς γνώστης και κριτικός αποτιμητής των πνευματικών ρευμάτων της εποχής του μέσα στο φως της Πατερικής παραδόσεως.

Αυτό που προείχε για τους Κολλυβάδες ήταν να φωτισθεί το υπόδουλο Γένος και να σταθεί στην πίστη και στις παραδόσεις των Πατέρων, να διασωθεί ο ελληνορθόδοξος πολιτισμός και ο κατά Χριστόν τρόπος ζωής. Ο άγιος Νικόδημος έγραψε 25 ογκώδη συγγράμματα. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, που το έγραψε όταν ήταν εξόριστος στο νησί Σκυροπούλα, και ενώ η εκεί διαβίωσή του ήταν πλήρης δυσκολιών και ταλαιπωριών, με στέρηση και των απαραιτήτων για τις βιοτικές του ανάγκες – και φυσικά βιβλίων. Χρησιμοποιεί από μνήμης πλήθος Πατερικών χωρίων για την συγγραφή του βιβλίου του· κάτι το οποίο αποδεικνύει την Χάρη και την απέραντη μνήμη του μεγάλου αυτού Πατρός. Το σύγγραμμα αυτό αποτελεί ένα εγκόλπιο για τον πιστό που θέλει να βιώσει την εν Χριστώ πνευματική ζωή, πραγματεύεται για την φυλακή των αισθήσεων, την νοερά προσευχή και για όλα όσα συντελούν στην τελειοποίηση του έσω ανθρώπου. Ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, που χαρακτηρίστηκε ως ο μαχητικότερος των Κολλυβάδων, έγραψε 53 συγγράμματα. Πολέμησε ιδιαίτερα τον αθεϊστικό Βολταιρισμό· την πλάνη που προσπαθούσε να εισέλθει και στον ελλαδικό ορθόδοξο χώρο με το πρόσχημα του Διαφωτισμού, της φυσικής θρησκείας, του ορθολογισμού, και που ενέκρυβε την αθεΐα.

Επίσης οι Κολλυβάδες ήταν οι πνευματικοί καθοδηγητές των Νεομαρτύρων. Αυτοί προετοίμαζαν και τόνωναν ψυχολογικά στον δρόμο του μαρτυρίου, ιδιαίτερα αυτούς που είχαν πρωτύτερα αρνηθεί την πίστη τους, αλλά μετανοημένοι και έμπλεοι θείου έρωτος ζητούσαν διακαώς και επέμεναν να προχωρήσουν στο μαρτύριο. Ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς «γύμνασε πνευματικά» και συντέλεσε ώστε να ανάψει το «θείον πύρ» της προς τον Χριστόν αγάπης στις καρδιές τριών μεγάλων Νεομαρτύρων· του Πολυδώρου (βλέπε 3 Σεπτεμβρίου), ο οποίος καταγόταν από την Λευκωσία, του Θεοδώρου του Βυζαντίου (βλέπε 17 Φεβρουαρίου) και του Δημητρίου του Πελοποννησίου (βλέπε 14 Απριλίου). Το αίμα των Νεομαρτύρων αποτέλεσε το ευώδες θυμίαμα ενώπιον του Θεού και επέφερε την λύτρωση για το υπόδουλο Γένος. Ο άγιος Νικόδημος συγκέντρωσε πολλά από τα μαρτύρια αυτά στο βιβλίο του, «Νέον Μαρτυρολόγιον».

Το αναγεννητικό κίνημα των Κολλυβάδων είχε αποφασιστικές επιδράσεις στην τόνωση και ενίσχυση της παιδείας του υποδούλου Γένους και στην διατήρηση της αυτοσυνειδησίας του, όχι μόνον απέναντι των Οθωμανών κατακτητών, αλλά και απέναντι των δυτικών ιεραποστόλων (μισσιονάρων) που όργωναν τις ορθόδοξες χώρες, ασκώντας προσηλυτισμό με αθέμιτα μέσα, προπάντος όμως εκμεταλλευόμενοι την αμάθεια, την δουλεία και την φτώχεια των Ορθοδόξων πιστών. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (βλέπε 24 Αυγούστου) έλεγε ότι ο Θεός για το δικό μας καλό επέτρεψε να σκλαβωθούμε στους Τούρκους και όχι στους Φράγκους, γιατί αυτοί θα μας έβλαπταν την πίστη. «Ο δε Τούρκος», τόνιζε ο πατρο–Κοσμάς, «άσπρα άμα του δώσης, κάμνεις ό,τι θέλεις».

Οι Κολλυβάδες προκάλεσαν την ησυχαστική αναγέννηση του Αγίου Όρους, ήταν φορείς της Πατερικής παραδόσεως. Αυτοί εξέφραζαν την υπερχιλιετή ζωή και πορεία του Αγίου Όρους, σε αντίθεση με τους Αντικολλυβάδες οι οποίοι ήταν επηρεασμένοι από τον ευρωπαϊκό θεϊστικό Διαφωτισμό, που ήθελε την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας και την αλλοίωση του ορθοδόξου μοναχισμού. Οι Αντικολλυβάδες είχαν ελλιπή πνευματική ζωή, έμεναν απλά σε έναν τύπο της μοναχικής ζωής, την λεγομένη «χονδροκαλογερική», και δεν βίωναν την θεία Χάρη μέσα από την Ορθόδοξη παράδοση. Γι’ αυτό εξάλλου ήταν αντίθετοι στις μακρές Ακολουθίες, στην συχνή θεία Μετάληψη και Εξομολόγηση, στην προγραμματισμένη πνευματική μελέτη, στην νοερά εργασία, στην αδολεσχία με την ευχή του Ιησού. Δεν είχαν εσωτερική πνευματική ζωή. Οι Κολλυβάδες Πατέρες δικαίωναν την ύπαρξη του Αγίου Όρους, ως φορέα της ακραιφνούς Πατερικής παραδόσεως. Στάθηκαν στην γραμμή των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας – ιδιαίτερα των ησυχαστών και νηπτικών Πατέρων του 14ου μ.Χ. αιώνα – και δεν άφησαν να αλλοιωθεί ο ορθόδοξος μοναχισμός, όπως είχε ήδη αρχίσει να γίνεται στην Ρωσία επί τσάρου Πέτρου του Μεγάλου, του μεγάλου εραστού της Δύσεως που προώθησε τον εξευρωπαϊσμό της ορθοδόξου πίστεως και συμπληρώθηκε με την αντιμοναστική πολιτική της αυτοκράτειρας Αικατερίνης της Β΄.

Μολονότι οι Αντικολλυβάδες ήταν περισσότεροι σε αριθμό, χρησιμοποιούσαν, όπως είπαμε βίαια μέσα, είχαν δε πολλές φορές και την υποστήριξη ορισμένων πατριαρχών, εντούτοις δεν κατάφεραν να καταπνίξουν αυτό το κίνημα. Οι θέσεις των Κολλυβάδων υπέρ της Ορθοδόξου παραδόσεως και η νέα γενική αφυπνιστική κίνηση, που είχε ως βάση την αναβίωση του ησυχασμού, σύντομα διαδόθηκαν στην Θεσσαλονίκη, την Θεσσαλία, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο και στα νησιά του Αιγαίου. Οι περισσότεροι Αγιορείτες Πατέρες που εξορίσθηκαν ή αυτοεξορίσθηκαν από το Άγιον Όρος μετέβησαν σε νησιά πλησίον του Αγίου Όρους, στο Αιγαίο Πέλαγος.

Ένας από τους εξορισθέντες Κολλυβάδες, ο ιερομόναχος Νήφων ο Χίος (βλέπε 28 Δεκεμβρίου) μαζί με άλλους τέσσερις μοναχούς, τους Γρηγόριο, Αγαθάγγελο, Ανανία, Ιωσήφ αφού πέρασαν για αρκετά χρόνια στην Σάμο, Πάτμο και Ικαρία πήγαν τελικά στην Σκιάθο, όπου ο Νήφων ίδρυσε την περίφημη Κοινοβιακή Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου το 1794 μ.Χ., που αποτέλεσε το βασικότερο κέντρο των Κολλυβάδων εκτός του Αγίου Όρους. Σε αυτήν την Μονή γαλουχήθηκαν οι δύο Σκιαθίτες λογοτέχνες και πνευματικά αναστήματα των Κολλυβάδων, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (μετέπειτα μοναχός Ανδρόνικος) και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Ο άγιος Μακάριος ο Νοταράς περιφερόταν συνεχώς στα νησιά του Αιγαίου προς στηριγμό και μετάδωση του Πατερικού πνεύματος στον λαό του Θεού, και ιδίως στην νήσο Χίο μαζί με τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο.

Ο μακάριος Γέροντας Ιερόθεος άρχισε τον μοναχικό του βίο από την Βατοπαιδινή Σκήτη του Αγίου Δημητρίου, όπου είχε ως Γέροντα τον πνευματικό της Σκήτης, Διονύσιο τον Σιατιστέα. Μετά τον θάνατο όμως του Γέροντός του και κατά την δεύτερη φάση διώξεως των Κολλυβάδων από τον Άγιον Όρος αναγκάζεται να φύγει από τον Αθωνα. Πηγαίνει στον Πόρο και στην Ύδρα, όπου ιδρύει την Ιερά Μονή του Προφήτου Ηλία. Ο αδελφός του Φιλόθεος γίνεται ο νέος κτίτορας της εγκαταλελειμμένης τότε Μονής της Ζωοδόχου Πηγής της Λογγοβάρδας στην Πάρο. Από αυτήν την Μονή προήλθε και ο άγιος ηγούμενός της, ο γνωστός μας Φιλόθεος Ζερβάκος.

Ο άγιος Αρσένιος ο Νέος μαζί με τον πνευματικό του πατέρα Δανιήλ έφυγαν από το Άγιον Όρος και πήγαν στα νησιά Πάρο, Σίκινο, Φολέγανδρο. Στην Πάρο ο άγιος Αρσένιος παρέμεινε στην Μονή του Αγίου Γεωργίου, όπου έγινε ηγούμενός της. Εκεί έζησε με πολύ χαρισματικό τρόπο, προσείλκυσε και ανέπαυσε πολλές ψυχές από την δυστυχία και την άγνοια που κυριαρχούσε τότε στο νησί.

Αλλες μορφές του 19ου μ.Χ. αιώνα, που ζυμώθηκαν με το πνεύμα των Κολλυβάδων και είχαν την δραστηριότητά τους στην Πελοπόννησο και στην Αθήνα, ήταν οι Κωνσταντίνος Οικονόμος, Κοσμάς Φλαμιάτος, Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος (ο λεγόμενος Παπουλάκος), Ιγνάτιος Λαμπρόπουλος, άγιος Νικόλαος ο Πλανάς (βλέπε 2 Μαρτίου).

Επίσης και οι άλλες ορθόδοξες χώρες (Ρουμανία, Ρωσία) δέχτηκαν άμεσα ή έμμεσα, την ευεργετική επίδραση των Κολλυβάδων, όπως φαίνεται από την αναγέννηση του ησυχασμού στις χώρες αυτές. Κύριος μύστης, κατά τον 18ο μ.Χ. αιώνα, για τους συγχρόνους του Ρουμάνους και Ρώσους στην λησμονημένη Πατερική πνευματικότητα ήταν ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ (βλέπε 15 Νοεμβρίου) που έζησε για 18 χρόνια στο Άγιον Όρος, στην Καψάλα και στην ιδρυθείσα υπό αυτού Σκήτη του Προφήτου Ηλία. Κατόπιν μετέβη στην Μολδαβία, την σημερινή Ρουμανία και έγινε ο γενάρχης των ασκητικών «Στάρετς», των οσίων εκείνων Ρώσων Γερόντων, οι οποίοι διά της αγίας τους ζωής και των κεχαριτωμένων λόγων τους στήριζαν όχι μόνο τους αγραμμάτους χωρικούς, αλλά και τους μεγαλύτερους διανοούμενους στις χώρες τους.

Το πνεύμα των Κολλυβάδων λειτούργησε κατά τον 19ο μ.Χ. αιώνα ως αντίσωμα, κατά του πνεύματος αλλοιώσεως του ορθοδόξου μοναχισμού που είχαν υιοθετήσει οι Δυτικίζοντες φορείς, πολιτικοί και θεολόγοι, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής και ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης.

Αλλά και στην σύγχρονη εποχή μας υποβόσκει ένα αντικολλυβαδικό, αντιπατερικό πνεύμα. Η απειλή εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας μας είναι ένα απτό γεγονός. Πολλοί εισηγούνται να συντομευθούν οι Ακολουθίες, να τελείται στην απλή δημοτική γλώσσα η Θεία Λειτουργία, να περιορισθούν οι νηστείες και οι εορτές, να καταργηθεί το τέμπλο στους ναούς. Πολλοί θεωρούν πλάνη να ασκείται κανείς στην νοερά προσευχή, ή να κάνει κομποσχοίνι, να κοινωνεί συχνά....

Παράλληλα όλο και νέα θεολογικά ρεύματα δημιουργούνται, ενώ κάποια υφίστανται διαρκώς στην ζωή της Εκκλησίας, αλλά στην ουσία παρά την Εκκλησία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν κάποιες τάσεις στην θεολογία των ημερών μας, που αντικατοπτρίζουν και έναν αντίστοιχο τρόπο ζωής.

Πρώτη, αυτή των ευσεβιστών, ηθικιστών. Οι άνθρωποι αυτοί που υπήρχαν πάντοτε σε όλες τις εποχές δίνουν βαρύτητα στον τύπο, έχουν μία εξωτερικά ηθική ζωή, αλλά δεν γνωρίζουν ουσιαστικά τί σημαίνει καθαρότητα της καρδίας. Μένουν στον τύπο και δεν εισχωρούν στην ουσία. Νομίζουν ότι η θέωση του ανθρώπου είναι ένα ηθικό γεγονός και όχι μία οντολογική κατάσταση, πραγματική μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.

Στην δεύτερη τάση κατατάσσονται αυτοί που εκφράζουν την λεγόμενη αισθητική θεολογία. Είναι άνθρωποι με υψηλή διανόηση και κουλτούρα· άνθρωποι της τέχνης, της ποίησης, της μουσικής. Θέλουν να συνδέσουν την θεολογία με την τέχνη, ώστε η θεολογία να γίνει η θεραπαινίδα της τέχνης. Δηλαδή η θεολογία της Εκκλησίας μας να γίνει ποιητική, συγγραφική και μουσική. Ας τονίσουμε όμως ότι η Ορθοδοξία και συνεπώς η θεολογία δεν είναι τέχνη και πολιτισμός, αλλά παράγει τέχνη και πολιτισμό. Η οποιαδήποτε τέχνη και η ίδια η ζωή μας πρέπει να συνδέεται με την Εκκλησία και από εκεί να παίρνει «τό ύδωρ το ζών».

Τρίτη τάση είναι αυτή των παραδοσιαρχικών. Αυτοί επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στον τύπο της Πατερικής παραδόσεως, αλλοιώνουν όμως την ίδια παράδοση στην πράξη. Δεν καταλαβαίνουν την Παράδοση ως οργανική και δυναμική συνέχεια της Εκκλησίας. Ταυτίζουν τον εαυτό τους με το ένδοξο παρελθόν της Παραδόσεως, δεν ζούν όμως αυτήν την Παράδοση. Είναι αυτοί που είναι γνώστες της ορθοδόξου θεολογίας, δεν την εφαρμόζουν όμως στην ζωή τους. Ομιλούν μέν συνέχεια για επιστροφή στις παραδόσεις και τους Πατέρες, δεν έχουν όμως βιώσει την θεία Χάρη, που είχε σκηνώσει στους Πατέρες και τους ενέπνεε σε κάθε λόγο και δραστηριότητά τους. Έτσι αποδεικνύονται κίβδηλοι, ή όπως θα έλεγε ο απόστολος Παύλος «κύμβαλα αλλαλάζοντα».

Στην τέταρτη τάση κατατάσσονται αυτοί που ομιλούν για παροντική θεολογία. Μετατοπίζουν το κέντρο βάρους από την θεολογία στην ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία. Αυτοί πρεσβεύουν το τέλος της Πατερικής θεολογίας, και προσπαθούν να ομιλήσουν με νέα θεολογία για τα σύγχρονα προβλήματα της κοινωνίας, τα οποία νομίζουν ότι δεν μπορεί να τα επιλύσει η Πατερική θεολογία. Θεωρούν ότι ο λόγος της Εκκλησίας είναι κλειστός, στατικός και δεν πιστεύουν ότι αυτό που τροφοδοτεί την Εκκλησία είναι τα έσχατα· ότι μόνο με το πρίσμα της εσχατολογίας έχει νόημα και η ιστορία του κόσμου.

Παράλληλα όμως παρατηρείται σε πολλούς τα τελευταία χρόνια μία βαθύτερη γνώση της Πατερικής παραδόσεως, και προπάντων του ησυχασμού ως αυθεντικού, πρακτικού βιώματος. Το βίωμα αυτό, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εφαρμογή του Ευαγγελίου στην εποχή μας, η βίωση της θείας Χάριτος, που εξασφαλίζει στον άνθρωπο την καρποφόρα ένταξή του στο Σώμα της Εκκλησίας με πληρότητα αληθινής ζωής και αναφαίρετης χαράς κατά την κοινωνία του με τα άλλα πρόσωπα. Τότε ο άνθρωπος γίνεται εκκλησιολογική και ευχαριστιακή υπόσταση, αληθινό πρόσωπο κατ’ εικόνα του απολύτου και αιωνίου προσώπου του Χριστού.

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι όσοι ανήκουν στις τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε έχουν μία διανοητική σχέση με τον Θεό, επαναπαύονται σε αυτήν και νομίζουν ότι γνωρίζουν τον Θεό. Δεν έχουν όμως επιτύχει την κοινωνία με τον Θεό, που σχετίζεται με την όλη τους ύπαρξη και κυρίως με την νοερά ενέργεια στην καρδιά τους, αλλά ούτε την ουσιαστική κοινωνία με τον συνάνθρωπο. Οι άγιοι Κολλυβάδες Πατέρες μας τόνιζαν ότι το πνευματικό κέντρο του ανθρωπίνου προσώπου είναι η καρδία και όχι ο εγκέφαλος. Εκεί διαδραματίζονται όλα τα μυστήρια του αοράτου πολέμου, της αναγεννήσεώς μας, της ενοικήσεως της θείας Χάριτος. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι η καρδία του ανθρώπου είναι κέντρο φυσικό, παραφυσικό και υπερφυσικό. Ο ίδιος ο Χριστός μας αποκαλύπτει ότι η βασιλεία του Θεού «εντός ημών εστιν». Οι Κολλυβάδες επέμεναν στην συχνή θεία Κοινωνία, γιατί γνώριζαν ότι στο ευχαριστιακό Σώμα του Χριστού ενώνεται αρρήτως και αδιαιρέτως η θεία με την ανθρώπινη φύση, βιώνεται το ομοούσιο της ανθρωπότητος, τελεσιουργείται το μυστήριο της θεώσεως.

Οι άνθρωποι που ζούν και προσφέρουν μία φαλκιδευμένη, νοθευμένη Ορθοδοξία, πρέπει να εναρμονισθούν με την ζωογόνο Πατερική παράδοση, που είναι αυτή των Κολλυβάδων του 18ου μ.Χ. αιώνα, των Ησυχαστών του 14ου αιώνα, των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Οι Κολλυβάδες γίνονται έτσι και σήμερα πνευματικοί οδηγοί μας για την σωστή συνέχιση της πορείας μας μέσα στην αυθεντική Πατερική παράδοση.

Το πνεύμα των Πατέρων παραμένει πάντοτε το ίδιο. Ανάλογα όμως τις κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές συνθήκες κάθε εποχής οι Πατέρες βιώνοντας την θεία Χάρη, την κοινωνία με τον προσωπικό Θεό διατυπώνουν και τις θέσεις τους κατά τον διάλογο με τα φιλοσοφικά, θρησκευτικά και κοινωνικά ρεύματα της εποχής τους. Η διατύπωση των δογμάτων και η ερμηνεία της οδού της μετανοίας διαμορφώνεται κάθε φορά με σύγχρονη και δυναμική ορολογία δίχως να αλλοιώνεται η ουσία του Ευαγγελικού κηρύγματος, που πάντοτε ήταν, «μετανοείτε, ήγγικε η βασιλεία των ουρανών».

Γέροντος Εφραίμ Βατοπαιδινού.


Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Κολλυβάδων Πατέρων τὴν χορείαν τιμήσωμεν, Πνεύματος Ἁγίου τοὺς μύστας, οἰκονόμους τῆς χάριτος, Χριστοῦ τὸ Εὐαγγέλιον ἡμῖν, ἐδίδαξαν ἐν χρόνοις χαλεποῖς· καὶ ἀστέρες ὡς ὑπέρφωτοι τῶν ψυχῶν, τῆς πλάνης σκότος λύουσιν· χαίροις, τῶν θεοφόρων ἡ πλειάς, χαίρετε γένους στήριγμα, χαίρετε ἀληθείας οἱ πυρσοί, καὶ πίστεως ἐκφάντορες.

Κοντάκιον

Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.

Κατὰ χρέος ἅπαντες, τῶν Κολλυβάδων, τὴν χορείαν μέλψωμεν, τοὺς ἐν ὑστέροις τοῖς καιροῖς, τρανῶς ἡμῖν ἐκδιδάξαντας· τῆς ἀληθείας, τὸ μέγα μυστήριον.


Ὁ Οἶκος
Ἄπρατον τοῦ Κυρίου καί ἀνώνητον χάριν ἐκτήσασθε σοφοί Κολλυβάδες· ἐν ὁσίοις τρόποις ἐπί γῆς καλῶς αὐτήν ἐμπορευσάμενοι, καί ἄχρι βίου τελευτῆς ὑμῶν, ἐν ἀκριβεῖ συνέσει καί καρδίας καθαρότητι, φυλάξαντες ταύτην ἀμέμπτως. Διό καί χορηγεῑτε δαψιλεῖ χρηστότητι τὰς δωρεάς, τοῖς ἐπαινοῦσι τά ἐξαίρετα τῆς πολιτείας ὑμῶν ἔπαθλα, καί ψάλλουσιν ἀνεμποδίστως ταῦτα·

Χαίρετε ἔσοπτρα τῆς σοφίας·
χαίρετε ἄροτρα ἀληθείας.

Χαίρετε τοῦ θείου λόγου οἱ ἀκάματοι σπορεῖς·
χαίρετε θεολογίας οὐρανίου σκαπανεῖς.

Χαίρετε τούς ἐν τῇ πλάνῃ σώσαντες Χριστοῦ σαγήνη
χαίρετε ψυχάς πεινώντων θρέψαντες δικαιοσύνῃ.

Χαίρετε Σταυρόν Κυρίου ἄραντες προθύμῳ γνώμῃ·
χαίρετε ζυγόν τοῦ σκότους ἐκτινάξαντες ὡς κόνιν.

Χαίρετε Εὐαγγελίου οἱ κηρύξαντες τούς νόμους·
χαίρετε καρδίας δέει στέρξαντες θεσμοὺς πατρῴους.

Χαίρετε τῆς ἡσυχίας τῆς καλλίστης ἐρασταί·
χαίρετε τοῦ Παραδείσου λαμπροφόροι οἰκισταί.


Μεγαλυνάριον

Χαίρετε Πατέρες θεοειδεῖς, Κολλυβάδες θεῖεοι, Ἐκκλησία σάλπιγξ χρυσῆ· χαίρετε οἱ πράξει, καὶ λόγῳ δαδουχοῦντες, πιστοὺς εἰς τὸ γινώσκειν, δόγματα ἅγια.



Ο Μωυσής, ο βοσκός, το γάλα, η αλεπού και ο Θεός



Κάποτε ο Μωυσής βρέθηκε στην έρημο, συντροφιά με έναν βοσκό. Ο βοσκός κάθε μέρα άρμεγε την καλύτερη προβατίνα και το γάλα της το πήγαινε σε ένα βραχάκι που είχε μια λαξευτή λακκούβα. Γιατί το κάνεις αυτό; Ρώτησε ο Μωυσής το βοσκό. Και εκείνος με όλη την απλότητα ομολόγησε: το γάλα αυτό είναι του θεού. Και ο Μωυσής με κάποια έκπληξη τον ρωτά: και πίνει ο θεός το γάλα; Ασφαλώς, απαντά με βεβαιότητα ο βοσκός. Χαμογελά ο Μωυσής και σε τόνο κατηγορηματικό δηλώνει: ο Θεός, φίλε μου, δεν πίνει γάλα. Ο Θεός είναι πνεύμα και δεν τρέφεται με υλικά αγαθά.

Ο βοσκός, κάπως ανήσυχος, προσφέρει το βραδινό γάλα στο θεό και, κρυμμένος πίσω από ένα χαμόκλαδο, περιμένει να δει το θεό. Ήταν μια φεγγαρόλουστη βραδιά. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας μια μικρή αλεπού τρεχάτη φτάνει στο βράχο, πίνει το γάλα και χάνεται πάλι μέσα στη νύχτα. Γέμισε από θλίψη η καρδιά του βοσκού. Ο Μωυσής τον βλέπει θλιμμένο και μαντεύει το μυστικό. Έχεις δίκαιο, λέει ο βοσκός. Ο θεός είναι πνεύμα και δεν έχει ανάγκη από το γάλα μου. Τώρα νιώθω δυστυχής. Ίσα –ίσα απαντά ο Μωυσής. Τώρα πρέπει να νιώθεις περισσότερο ευτυχισμένος γιατί γνώρισες περισσότερα για το θεό. Και όμως, ο βοσκός δεν είχε τίποτε άλλο να προσφέρει στο θεό που αγαπούσε.
Και ο Μωυσής σε όραμα ακούει τη φωνή του Θεού: Μωυσή, έκανες μια αδικία. Εγώ έπαιρνα την αγάπη του βοσκού και η αλεπού το γάλα. Γιατί τραυμάτισες τον άνθρωπο μου;

Πόση προσοχή χρειάζεται, όταν θέλουμε να διδάξουμε σε ανθρώπους απλοϊκούς την αληθινή θρησκεία. Υπάρχει πάντα ένας κίνδυνος να τους κάνουμε δυστυχείς. Γιατί ο Θεός βλέπει, όχι την εξωτερική πράξη, αλλά την εσωτερική διάθεση.

ΑΡΧΙΜ. π. ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΖΗΣΟΠΟΥΛΟΣ-ΟΤΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΞΕΚΟΥΡΑΖΕΣΑΙ

ΠΗΓΗ

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Μην περιμένεις να βρεις τον εαυτό σου για να ξεκινήσεις…



Περιμένεις μέρες, μήνες, χρόνια, σε ένα στημένο ραντεβού. Δεν ήρθε ακόμη. Δεν φάνηκε. Άργησε πολύ, τόσο που μάτωσαν τα μάτια στην αναμονή, τόσο που ράγισε η καρδιά στην προσμονή.
Θα στο πω εγώ κι ας πονέσεις. Δεν θα έρθει… Μην περιμένεις...
Όχι γιατί σε απορρίπτει. Αλλά γιατί δεν μπορεί να έρθει. Δε στο υποσχέθηκε, ποτέ. Εσύ το φαντάστηκες, εσύ είχες ανάγκη να το πιστέψεις. 
Δεν θα έρθει ποτέ εκείνος ο εαυτός που περιμένεις χρόνια στο ραντεβού.
Δεν θα έρθει ποτέ η μέρα όπου θα εμφανιστεί εντός σου ένας εαυτός καλοντυμένος, τέλειος, άψογος, αναμάρτητος, αψεγάδιαστος. Όχι δεν θα ‘ρθει. Δεν μπορεί να έρθει, γιατί απλά δεν υπάρχει.
Το ξέρω, στο είπαν, το άκουσες, το ήθελες και εσύ κατά βάθος, σαν άλλοθι σαν δικαιολογία, για να μην ξεκινήσεις ποτέ το ταξίδι.  Ίσως κάποιοι που παίζουν με τις καρδιές των άλλων, να στο υποσχέθηκαν.
Ξέχασε τους όλους. Και πάρε την απόφαση εσύ να τον βρεις. Εσύ να τον αγαπήσεις. Εσύ βαθιά να τον συγχωρήσεις. Έτσι όπως είναι, άσχημος, κουρασμένος, ταλαιπωρημένος, δυσκολεμένος και αμαρτωλός. Δώσε το φιλί της αποδοχής, όπως ο Χριστός σε κάθε μη αξιαγάπητο.
Ξεκίνα την διαδρομή, κι ας μην νιώθεις έτοιμος. Κι ας μην νιώθεις τέλειος, καλός και φοβερός.
Δεν σε κάνει άσχημο η πτώση αλλά η αλαζονεία της τελειότητας. Δεν σε κατακρίνει το λάθος, αλλά η εμμονή και επιμονή σε αυτό.
Μην περιμένεις πρώτα να νιώσεις για να δώσεις. Μην περιμένεις πρώτα να έρθει για να πας, μην περιμένεις να νιώσεις καλά και τέλεια για να ζήσεις.
Είναι ψέμα αυτό του νου σου. Μια φυγή του ψυχισμού σου. Ένα παιγνίδι του μυαλού σου.
Σώπασε με προσευχή και ελπίδα. Ξεκίνα να βαδίζεις.
«Μα δεν ξέρω το δρόμο…» θα πεις. Ας μην τον γνωρίζεις δεν χρειάζεται. Όταν περπατάς ανοίγονται οι δρόμοι και βλέπεις παντού να ξεπροβάλουν μονοπάτια.
Εσύ απλά μην περιμένεις να νιώσεις έτοιμος για να ξεκινήσεις, είναι παγίδα, ξεκίνα και ο δρόμος θα σε διδάξει.

π. Λίβυος
http://plibyos.blogspot.gr/2014/01/blog-post.html

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Ἑλληνορθόδοξος Διδάσκαλος: Ἡ Ἐλπίς, τό Κῦδος καί ἡ Διαιώνισις τοῦ Ἑλληνισμοῦ


ὑπό
Ἰωάννου Ν. Καλλιανιώτου
Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Scranton
Ἀπρίλιος 2018

«Ἀρκεῖ εἷς ἄνθρωπος ζήλῳ πεπυρωμένος
                                  ὁλόκληρον διορθῶσαι δῆμον.»
                                                                Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Α΄. Πρόλογος
Ἡ Ἑλληνορθόδοξος ἡμῶν παιδεία εἶναι ἀγαθόν διανοητικόν καί διαχρονικόν, ἠθικόν καί πνευματικόν, ἀτομικόν καί κοινωνικόν, ἐθνικόν καί παγκόσμιον˙ συνεπῶς, ἀγαθόν ἀνεκτιμήτου ἀξίας, σπουδαιότητος, προοπτικῆς καί ἐλπίδος. Ἡ παιδεία αὕτη εἶναι γνῶσις ἐπαγγέλματος, ἐπιστήμης, σοφίας, γνῶσις Ἀληθείας καί ἀπόκτησις ἀρετῆς. Ὁ πραγματικῶς καί ὀρθῶς πεπαιδευμένος ἄνθρωπος καθίσταται τό μέγιστον ἀνθρώπινον κεφάλαιον, τό ὁποῖον ὀφείλει  νά ἔχῃ μία Ἱστορική χώρα, ὡς ἡ Ἑλληνορθόδοξος ἡμῶν πατρίς. Τό ἀγαθόν τοῦτο τῆς Ἑλληνορθοδόξου παιδείας ἠμποροῦν νά τό προσφέρουν μόνον οἱ ἐπαΐοντες καί οὗτοι εἰσίν οἱ Ἑλληνορθόδοξοι διδάσκαλοι ἡ ἐλπίς τοῦ Γένους μας τοῦ ἐκλεκτοῦ, τό Ἐθνικόν θεμέλιον, ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῶν θεσμῶν μας, τό κῦδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλλάδος καί ἡ διαιώνισις τοῦ ὑγιοῦς παραδοσιακοῦ Ἑλληνισμοῦ.[1]


Β΄. Ὁ Ἑλληνορθόδοξος Διδάσκαλος καί ἡ Διαιώνισις τοῦ Ἑλληνισμοῦ
                Τό παιδαγωγικόν ἔργον τοῦ Ἑλληνορθοδόξου διδασκάλου, εἰς μίαν ἐποχήν ἄθεον, ἐλεγχομένην διά τῆς τρεχούσης τεχνολογίας, κατευθυνομένην ὑπό τῶν ψευδο-πολιτικῶν, δούλων[2] τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων τῆς παγκοσμιοποιήσεως καί τῆς πλάνης τοῦ σκοταδισμοῦ (τοῦ «πολιτικῶς ὀρθοῦ», politically correct), εἶναι πολύ δύσκολον καί μαρτυρικόν. Παρ’ ὅλας αὐτάς τάς δυσχερείας, τό ἔργον του εἶναι ἀναγκαῖον, θεῖον, πολύπλευρον, ὑψηλόν, ἀληθινή ἀποστολή καί διά τοῦτο δύσκολον, πραγματική θυσία διά τήν διατήρησιν τῆς πίστεώς μας, τῆς παιδείας μας καί τήν διαιώνισιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Αἱ ἀντιξοότηται πάρα πολλαί, καθ’ ὅτι κινδυνεύει ἀνά πᾶσαν στιγμήν νά ἀπολυθῇ διότι λέγει τήν ἀλήθειαν εἰς μίαν ἐποχήν, εἰς τήν ὁποίαν κυριαρχεῖ μόνον τό ψεῦδος καί ἡ πλάνη. Φεύγει καθημερινῶς ἀπό τό σχολεῖον μέ μεγάλην κούρασιν, ἄγχος καί ἀγωνίαν, ἐάν οἱ μαθηταί του κατανοοῦν αὐτά, τά ὁποῖα διδάσκει καί ἐμπεριέχουν τήν ἀλήθειαν ἤ τούς ἔχει ἐπηρεάσει τόσο πολύ τό κοσμικόν κοινωνικόν των περιβάλλον καί σπαταλᾷ τόν χρόνον του καί τήν φαιάν του οὐσίαν ἔνευ οὐσιαστικοῦ ἀποτελέσματος. Ἀλλά καί ἐάν μικρόν ποσοστόν τῶν μαθητῶν ὠφελεῖται ἀπό τήν διδασκαλίαν ταύτην, ἄξιος ὁ κόπος καί μέγας ὁ μισθός διά τόν διδάσκαλον καί μέ τήν πάροδον τοῦ χρόνου καί ἄλλος ἀριθμός μαθητῶν θά προσχωρήσῃ εἰς τήν ἀποδοχήν καί μάθησιν τής ὀρθῆς ταύτης γνώσεως, τήν ὁδηγοῦσαν εἰς τήν πραγματικήν σοφίαν.
                Ἀναμφισβητήτως, ἡ ζωή τοῦ Ἑλληνορθοδόξου διδασκάλου εἶναι δύσκολος, μέ πολύ πόνον, ἀλλά καί ὄνειρον ζωῆς, ἰδανικόν, προσφορά καί διατί ὄχι καί θυσία εἰς τήν ἐκπλήρωσιν ἑνός ὑψίστου, ἱεροῦ καί σωτηριώδους χρέους πρός τούς νέους, τούς συνεχιστάς τοῦ Γένους μας, ἀλλά καί πρός τήν παραπαίουσαν κοινωνίαν, τῆς ὁποίας ἡ ἀνάπτυξις καί εὐημερία εἶναι σήμερον, εἰς μαρασμόν καί ὀπισθοδρόμησιν. Ὁ τίμιος, εὐγενικός, ἐργατικός, πιστός, καλός καί ἀγαθός διδάσκαλος θά πρέπει νά συγκλονίζῃ ἅπαντας ἡμᾶς, ἀλλά δυστυχῶς, θεωρεῖται ἀπό τούς «προοδευτικούς» (liberals) ὀπισθοδρομικός καί συνεπῶς, ἀποπομπαῖος. Ὁ δάσκαλος οὗτος μέ τήν δύναμιν τῆς ψυχῆς του καί τό πνεῦμά του διετήρησε καί διατηρεῖ ἀλώβητον τήν Ἑλληνικήν του πραγματικήν ἠθικήν σοφίαν καί ἀρετήν[3] καί τήν Ὀρθόδοξον Χριστιανικήν του πίστιν,[4] κρατεῖ ὑψηλά τόν πολιτισμόν τοῦ Γένους μας, τό ἱερόν λάβαρον τοῦ Ἔθνους μας, τόν Σταυρόν τῆς Ὀρθοδοξίας, τάς ἀξίας καί ἀρετάς τοῦ δημιουργηθέντος ὑπό τοῦ Θεοῦ ἐλευθέρου ἀνθρώπου.[5]
                Ἡ μικρά εἰς ἔκτασιν καί μεγάλη εἰς πολιτισμόν χώρα μας, ἀπέκτησε κρατικήν ὑπόστασιν κατόπιν σκληρῶν, πολυετῶν καί ἐξαντλητικῶν ἀγώνων καί θυσιῶν καί αὕτη ὀφείλεται εἰς τούς Διδασκάλους τοῦ Γένους ἡμῶν,[6] ἐκ τῶν ὁποίων πλεῖστοι ἦσαν ἁπλοῖ μοναχοί, ἱερεῖς καί πτωχοί δάσκαλοι. Δυστυχῶς ὅμως, αἱ πιέσεις ἀπό τήν δούλην Δύσιν καί οἱ ἐπιβαλλόμενοι ὑπό ταύτης ἄθεοι καί ἀνθέλληνες ψευδο-πολιτικοί μας[7] ἐδημιούργησαν μίαν κοινωνίαν ἀδιάφορον, ἀνιστόριτον, χλιαράν τῇ πίστει, ἀγράμματον, ἀπαίδευτον, ὑποτεταγμένην, ἀνοργάνωτον, ἐπιδιώκουσαν τόν πλουτισμόν καί τήν εὐζωΐαν διά τῆς ἐξαπατήσεως, ἀρπαγῆς καί σπατάλης τῶν ὑλικῶν μέσων, ἀδιάφορον διά πνευματικά καί αἰώνια ἀγαθά καί ἀξίας. Τό φοβερώτερον ἀνοσιούργημα τούτων εἶναι τά ἀνθελληνικά καί ἀντιχριστιανικά σχολικά βιβλία Δημοτικοῦ, Γυμνασίου καί Λυκείου. Καί τά ἀποτελέσματα εἶναι αὐτά, τά ὁποῖα βλέπομεν, σήμερον˙ ὡς ἡ  ἀποστασία, ἡ ἀθεΐα, ἡ διαστροφή,[8] ἡ ἀσέβεια,[9] ἡ ἐξαπάτησις τοῦ λαοῦ, αἱ κρίσεις εἰς ἅπαντας τούς τομεῖς, ἡ ἀνεργία, αἱ μειώσεις μισθῶν καί συντάξεων, αἱ ταπεινώσεις, αἱ περιφρονήσεις, ἡ πολυπολιτισμηκότητα,[10]  ἡ ἐγκληματικότης καί ἀνασφάλεια, ἡ ἀπώλεια ἰδιωτικοῦ καί Ἐθνικοῦ πλούτου καί τέλος ἡ ἀπελπισία, ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας καί ἡ αὔξησις τῶν αὐτοκτονιῶν, λόγῳ ἀγνοίας τῆς Ἑλληνορθοδόξου πραγματικῆς παιδείας. Ὁ Ἑλληνορθόδοξος λαός μας, οἱ γονεῖς τῶν Ἑλληνοπαίδων, ὀφείλουν νά ἀντιδράσουν εἰς τήν ἐπιβαλλομένην καταστροφήν τοῦ Ἔθνους μας.[11]   Τό ἄθεον καί ἀνθελληνικόν «δημοκρατικόν τόξον» (ΠΑΣΟΚοι, Κεντρῷοι, ΣΥΡΙΖΑῖοι καί Κομμουνισταί) θά πρέπει νά ἐκδιωχθῇ ἀπό τήν πολιτικήν ζωήν τῆς χώρας διά παντός, ἄλλως δέν θά ὑπάρξῃ μέλλον διά τόν Ἑλληνισμόν.
                Ἡ παιδεία μας ἔφθασεν εἰς τό ὑψηλότερον ἐπίπεδον τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ μέ τάς ἀόκνους προσπαθείας καί μέ πολλούς ἀγῶνας χιλιάδων ἐτῶν, παρ’ ὅλους τούς διωγμούς, ἐπιδρομάς βαρβάρων καί ὑποταγάς ὑπό διαφόρων ἀπολιτίστων λαῶν (ἐχθρῶν καί «φίλων»)˙ πλεῖστοι ἐκ τῶν ὁποίων ἐξεπολιτίσθησαν. Ἀλλά παρ’ ὅλας τάς δυσχερείας ταύτας καί ξένας ἐπιβουλάς ὁ διδάσκαλός μας παρέμεινε καί ὀφείλομεν νά τόν τιμῶμεν, ὡς τό σεβαστότερον πρόσωπον τῆς κοινωνίας μας μετά τόν ἱερέαν,[12] πρότυπον πρός μίμησιν, διότι οὗτος ἐστίν ὁ πραγματικός λειτουργός τῆς Ἑλληνορθοδόξου Παιδείας μας. Αὐτός ἦτο ὁ ἥρωας, ἀλλά καί ὁ μάρτυρας διά τό Ἐθνικόν μας μεγαλεῖον, τήν πνευματικήν ἀνάπτυξιν, τήν οἰκονομικήν βελτίωσιν, τήν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας μας καί τήν ἐλευθερίαν τῆς ὑπό τουρκικήν κατοχήν πατρίδος μας˙ προητοίμασε καί ἐδίδαξε τούς Ἕλληνας καί κατώρθωσεν ἅπαντα ταῦτα, ὁ ταπεινός καί ἀκάματος Ἑλληνορθόδοξος δάσκαλος, μέ τό γνήσιον παιδευτικόν ἔργον του. Σήμερον, οἱ ἐχθροί τοῦ Ἑλληνορθοδόξου διδασκάλου ὁδηγοῦν τήν χώραν εἰς νέαν δουλείαν, πνευματικήν καί Ἐθνικήν.


Γ΄. Ἐπίλογος
                Τέλος, ὁ δάσκαλος εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν κοινωνικός λειτουργός, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ καί αὐξάνει τό μεγαλεῖον τοῦ Ἑλληνισμοῦ.[13] Συνεπῶς, εἶναι οὗτος ἡ ἐλπίς τοῦ ἐκλεκτοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων. Χρέος πάντων ἡμῶν εἶναι ἡ μετάδοσις τοῦ λαμπροῦ παρελθόντος τούτου, τῆς ἑπτακισχιλιετοῦς ἀντικειμενικῆς Ἱστορίας μας εἰς τάς μελλούσας γενεάς, καθ’ ὅτι τοῦτο ἐστίν ἡ ἀνεξάντλητος πηγή τοῦ μεγαλυτέρου πολιτισμοῦ τοῦ πλανήτου. Σήμερον, ὁ Ἑλληνορθόδοξος διδάσκαλος εἶναι ὑπό διωγμόν καί αἱ παραδοσιακαί ἀξίαι ἐξεδιώχθησαν, ὑπεχώρησαν καί ἐγκατελείφθησαν καί ὁ πραγματικός δάσκαλος κατέστη μή ἀποδεκτός διότι δέν εἶναι «προοδευτικός» καί νεοτεριστής, οὔτε ἄθεος καί ἀνθέλληνας˙ οὐσιαστικῶς, δέν ὑποτάσσεται εἰς τήν ἀπάτην τῆς Νέας Ἐποχῆς, τήν ὁποίαν ἀκολουθεῖ τό Ὑπουργεῖον Παιδείας καί αἱ κυβερνήσεις μας. Καθ’ ὅτι γιγνώσκει οὗτος ὅ, τι ἡ παιδεία ἡμῶν ἐγεννήθη εἰς τήν Ἀρχαίαν Ἑλλάδα[14] καί συνεπληρώθη ὑπό τῆς Ἀποκαλυφθείσης Ἀληθείας καί  δέν ἠμπορεῖ νά εἰσαγάγῃ τίποτε ἀπό τήν πνευματικήν ἐρημίαν καί πλάνην τῆς Δύσεως.
Ὁ Ἑλληνορθόδοξος διδάσκαλος ὑπῆρξε καί πρέπει νά συνεχίζῃ νά εἶναι, διά τό καλόν ἡμῶν, ἡ ψυχή, ὁ νοῦς καί ἡ καρδία τῆς Παιδείας μας. Ὀφείλει νά εἶναι αὐστηρός καί νά ἐπιβάλλῃ τήν πειθαρχίαν, τήν ὑπακοήν, τόν σεβασμόν καί πᾶσαν ἀρετήν εἰς τούς μαθητάς του, τούς ὁποίους διέβρωσεν ἡ ψυχολογία καί ἡ Νεοεποχίτικη διαφθορά μέ τά ἀνήθικα θεάματα καί τά ἀκατονόμαστα νέα σχολικά βιβλία.[15] Ὁ φύλαξ οὗτος τῶν ἱερῶν καί ὁσίων τοῦ πολιτισμοῦ μας εἶναι καί θά πρέπει νά παραμείνῃ ὁ διαμορφωτής τῶν ψυχῶν τῶν νέων μας, τῶν συνεχιστῶν τοῦ Ἔθνους μας, τῆς Ἱστορίας μας, τῆς γλώσσης μας, τοῦ πολιτισμοῦ μας, τῆς πίστεώς μας καί ἁπάσης τῆς Ἑλληνορθοδόξου παιδείας μας, ὥστε ἡ χώρα νά ἠμπορέσῃ νά διαδραματίσῃ τόν Ἱστορικόν ρόλον της εἰς τούς ἐσχάτους καιρούς τῆς 8ης χιλιετίας, τήν ὁποίαν διάγομεν. Ἀσφαλῶς, ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν γνωρίζει τόν ἀληθινόν Θεόν, δέν ἔχει τήν θείαν Χάριν καί δέν γιγνώσκει τήν Ἀλήθειαν, διά τοῦτο, δέν εἶναι δυνατόν νά κάμῃ οἱονδήποτε ἔργον ὀρθῶς, πολύ μᾶλλον νά διδάξῃ τούς ἄλλους καί δή τούς νέους.[16]

                Χριστός Ἀνέστη!
                Ἀληθῶς Ἀνέστη!

Καί εἴθε ὁ Ἀναστάς Κύριος νά ἀναστήσῃ καί τό Ἔθνος ἡμῶν ἀπό τήν πνευματικήν λήθην τῶν τελευταίων ἐτῶν.


[1] Καί δόξα τῷ Θεῷ ὑπάρχουν ἀκόμη πάρα πολλοί. Ὅρα, Δημητρίου Νατσιοῦ, «Νέρωνες καί Διοκλητιανοί στά Σχολεῖα».https://christianvivliografia.wordpress.com/2017/10/04/%ce%bd%ce%ad%cf%81%cf%89%ce%bd%ce%b5%cf%82-%ce%ba%ce%b1%e1%bd%b6-%ce%b4%ce%b9%ce%bf%ce%ba%ce%bb%ce%b7%cf%84%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bf%e1%bd%b6-%cf%83%cf%84%e1%bd%b0-%cf%83%cf%87%ce%bf%ce%bb%ce%b5/ .
[2] Καθ’ ὅτι, «Φύσιν πονηρά μεταβαλλεῖν οὐ ράδιον.» (Μένανδρος). Ἐπίσης, ΜΕ ΑΘΕΟΥΣ, ΜΕ ΕΚΚΛΗΣΙΟΜΑΧΟΥΣ, ΜΕ ΚΑΤΑΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ «ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΔΕΝ ΣΤΕΚΗ» (Δ. Νατσιός) «Μᾶς κυβερνοῦν ἄνθρωποι χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς Τούρκους».
[3] Καθ’ ὅτι γιγνώσκει, «Πᾶσα ἐπιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης καί τῆς ἄλλης ἀρετῆς, πανουργία καί οὐ σοφία φαίνεται.» (Πλάτων).
[4] Ἄλλως, «μηδέ κληθῆτε καθηγηταί˙ εἷς γάρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός.» (Ματθ. κγ΄ 10). Ὅρα ἐπίσης, “Σκοτάδι ψηλαφητὸ ἔπεσε καὶ σήμερα πάνω στὴν πατρίδα μας, τὰ ἐντάλματα τοῦ Εὐαγγελίου ἀνατρέπονται καὶ ποδοπατοῦνται τὰ παιδιά μας, μέσῳ τῆς ἐλεεινῆς ἐκπαίδευσης, τὰ ξεμυρώνουν καὶ τὰ ξεβαπτίζουν, μᾶς κυβερνοῦν ἄνθρωποι χειρότεροι καὶ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Κι ἂν αὐτὸ φαίνεται ὑπερβολικὸ διαβάζω τὰ λόγια τοῦ Παπουλάκου: «Εἶναι ντροπή μας, ἕνα Γένος ποὺ μὲ τὸ αἷμα του πύργωσε τὴ λευτεριά του, ποὺ περπάτησε τὴ δύσκολη ἀνηφοριά, νὰ παραδεχτεῖ πὼς δὲν μπορεῖ νὰ περπατήσει στὸν ἴσιο δρόμο, ἅμα εἰρήνεψε κι ὅτι δὲν ξέρουμε μεῖς νὰ συγυρίσουμε τὸ σπίτι, ποὺ μὲ τὸ αἷμα μας λευτερώσαμε, ἀλλὰ ξέρουν νὰ τὸ συγυρίσουν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν πολέμησαν, ἐκεῖνοι ποὺ δὲν πίστεψαν στὸν ἀγῶνα, ἐκεῖνοι ποὺ πᾶνε νὰ μᾶς ἀποκόψουνε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ πασχίζουνε νὰ μᾶς ρίξουνε στὴ σκλαβιὰ ἄλλων ἀφεντάδων πού ᾽ναι πιὸ δαιμονισμένοι ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Γιατί καὶ κεῖνα ποὺ σεβάστηκε ὁ Τοῦρκος, τ’ ἄθεα γράμματα τὰ πετᾶνε καὶ πᾶνε νὰ τὰ ξεριζώσουνε… Τ᾽ ἄθεα γράμματα ὑφαίνουνε τὸ σάβανο τοῦ Γένους. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ γράμματα θὰ μάθουμε στὰ παιδιά μας;» (Κ. Μπαστιᾶ, ὁ Παπουλάκος, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, 1997, σελ. 145-146).” https://christianvivliografia.wordpress.com/2017/10/17/%ce%bc%e1%bd%b2-%e1%bc%84%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%85%cf%82-%ce%bc%e1%bd%b2-%e1%bc%90%ce%ba%ce%ba%ce%bb%ce%b7%cf%83%ce%b9%ce%bf%ce%bc%ce%ac%cf%87%ce%bf%cf%85%cf%82-%ce%bc%e1%bd%b2-%ce%ba%ce%b1%cf%84/
[5] «Οἱ Ναοί τοῦ πνεύματος ἀνοίγουν. Στούς ὁρίζοντές τους περιΐπταται ἡ ψυχή τοῦ Σωκράτη ... Ὁ Δάσκαλος κρούει τίς πύλες τοῦ Θείου καί ἀκούει τίς ἁρμονίες τῶν Ἀγγέλων. ...ἐδῶ θά μυήσει τήν τρυφερή νεότητα στόν ἀφηρημένο κόσμο τῶν γραμμάτων καί τοῦ πνεύματος καί θά μεταλαμπαδέψει τό φῶς τοῦ ἀληθινοῦ  πολιτισμοῦ, βοηθώντας, κατά τόν καλύτερο τρόπο, στήν ἔξαρση τοῦ θρησκευτικοῦ συναισθήματος, στήν τόνωση τοῦ πατριωτικοῦ φρονήματος, στή μορφοποίηση τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, στήν καλλιέργεια τῆς κοινωνικότητας καί τῆς ἀλληλεγγύης, στή μετάδοση γνώσεων, ἀπαραιτήτων στή ζωή καί στή σφυρηλάτηση ὅλων τῶν ἀρραγῶν κρίκων τῆς μακρᾶς ἁλυσίδας, πού ἑνώνει τό παρελθόν μέ τό παρόν καί τό παρόν μέ τό μέλλον...». Ὅρα, Δημ. Κουτσουλέλου, «Ἡ Ὥρα τῆς Σπορᾶς», Ἑλληνοχριστιανική Ἀγωγή, Ἔτος ΞΖ΄, Ἄριθ. 623, Ἰούλιος-Αὔγουστος 2017, σ. 107.
[6] Ὅρα, Κωνσταντίνου Κούρκουλα, Λεύκωμα Διδασκάλων τοῦ Γένους, Ὀργανισμός Ἐκδόσεως Διδακτικῶν Βιβλίων, Ἀθῆναι, 1971.
[7] Ἀγνοοῦντες τήν Ἱστορίαν μας καί τήν παράδοσίν μας, ὅτι «Τό πρώτιστον καί οὐσιωδέστατον τῶν καθηκόντων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι νά παράσχει εἰς τό Ἔθνος τήν διδασκαλίαν τῆς πίστεως.» (Ἰωάννης Καποδίστριας).
[8] «Θά δοῦμε καί θά ζήσουμε τά Σόδομα καί τά Γόμορα στόν τόπο μας.» (Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωτός). Ὅρα ἐπίσης, «῾Αγίου Μακαρίου: Λόγος πρὸς μετάνοιαν τῶν ἀρσενοκοιτῶν». http://www.symbole.gr/litlif/theho/varthem/1339-sodomia . Εἴδομεν ἀκόμη καί τόν ὀλέθριον νόμον ἐλευθέρας ἐπιλογῆς φύλου («ἔμφυλες ταυτότητες») ἀπό τήν ἡλικίαν τῶν δέκα πέντε ἐτῶν, νά ψηφίζεται εἰς τήν Βουλήν τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων, ἀπό ἀντιχρίστους ψευδο-πολιτικούς. Αὐτοί οἱ «ἄνθρωποι» χρειάζονται ἀποπομπή ἀπό τό Κοινοβούλιον καί καταδίκη διά τό κακόν, τό ὁποῖον προεξένησαν εἰς τήν χώραν ἐπί 44 συναπτά ἔτη.
[9] «Ὕβρις τέκος δυσσεβείας» (= ἡ ὕβρις εἶναι παιδὶ τῆς ἀσέβειας). (Αἰσχύλος, Εὐμενίδες 534).
[10] Ἡ πολυπολιτισμηκότητα εἶναι καμουφλαρισμένη ἀφομοίωσις ὅλων τῶν λαῶν, ὥστε νά ἐπιβάλλουν τήν ὀλιγαρχίαν, ἐν ἀναμονῇ τῆς μοναρχίας τοῦ ἀντιχρίστου. Ὅρα, «Παγκοσμιοποίηση: Ἡ Πανδημική Νόσος», Διακόνημα, http://www.diakonima.gr/2010/02/04/%cf%80%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%83%ce%bc%ce%b9%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%b7-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%bd%cf%8c%cf%83%ce%bf%cf%82/
[11] Ἅπαντες οἱ ψευδο-πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι κυβερνοῦν τήν Ἑλλάδα ἀπό τό 1974 ἕως σήμερον, θά πρέπει νά ἐκδιωχθοῦν καί ἀπό τήν χώραν διότι εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνοι. Ὁδηγοῦν τήν χώραν καί πάλιν εἰς τήν Μουσουλμανικήν κατοχήν ἐάν ὁ θεοσεβής λαός μας δέν ἀντιδράσει. Ὅρα, ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΓΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ.https://christianvivliografia.wordpress.com/2017/10/04/%e1%bd%91%cf%80%cf%8c%ce%b4%ce%b5%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%b1-%e1%bc%90%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bb%e1%bf%86%cf%82/ . Ἐπίσης,
[12] Ἐνθυμοῦμαι τούς λόγους μιᾶς κυρίας σχετικῶς μέ τήν συμπεριφοράν ἑνός γέροντος εἰς τό χωρίον της, ὅπου τοῦ συνέστησε τόν νέον γαμβρόν της τόν δάσκαλον καί ὁ γέρων οὗτος ἐσηκώθη καί ἠσπάσθη τήν δεξιάν χεῖρα τοῦ νεαροῦ διδασκάλου ἀποδεινκύων τόν μέγαν σεβασμόν του πρός τόν δάσκαλον. Αὐτός ἦτο ὁ πολιτισμός μας πρό τῆς καθόδου τῶν «βαρβάρων», οἱ ὁποῖοι ὑποτιμοῦν τούς πάντας, ἐκτός βεβαίως τούς ὁμοίους των, τούς διεφθαρμένους καί ἀπατεῶνας «προοδευτικούς».
[13] «Ὁ Δάσκαλος! Ὁ Διγενής τῆς Ἱστορίας, πού πλάθει τίς γενιές καί δημιουργεῖ τούς κόσμους. Ὁ Δάσκαλος-πνεῦμα, ὁ Δάσκαλος-στοργή, ὁ Δάσκαλος-θυσία.» Ὅρα, Δημ. Κουτσουλέλου, «Ἡ Ὥρα τῆς Σπορᾶς», Ἑλληνοχριστιανική Ἀγωγή, Ἔτος ΞΖ΄, Ἄριθ. 623, Ἰούλιος-Αὔγουστος 2017, σ. 108.
[14] Ὅρα, Ἰωάννου Ν. Καλλιανιώτου, «Ἑλληνισμός καί Ὀρθοδοξία: Ἡ διά τῆς Θείας Προνοίας προφητευθεῖσα ὑπό τούτου τῆς ἀποκαλυφθείσης ἐκ ταύτης Ἀληθείας», Christian Vivliografia, 15 Ἰουνίου 15, 2016, σσ. 1-8. https://christianvivliografia.wordpress.com/2016/06/15/%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%e1%bd%b8%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%b7%cf%84%ce%b9%ce%ba%e1%bd%b8%cf%82-%e1%bd%80%cf%81%ce%b8%ce%bf%ce%b4%ce%bf%ce%be%ce%af%ce%b1-%e1%bc%80/
[15] Καθ’ ὅτι, «Ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητής τοῦ αἰῶνος τούτου; Οὐχί ἐμώρανεν ὁ Θεός τήν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;» (Α΄ Κορινθ. α΄ 20).
[16] Αὕτη ἀκριβῶς εἶναι ἡ σημερινή παιδεία τῆς Δύσεως, ὅπου διδάσκουν διδάσκαλοι καί καθηγηταί ἀπό ὅλον τόν κόσμον (Ἀσιᾶται, Ἀφρικανοί, ἄθεοι, παγκοσμιοποιηταί, κ.λπ.). Διά τοῦτο καί ὁ Χριστιανισμός καί αἱ ἠθικαί ἀξίαι τῆς Δύσεως (Εὐρώπης καί Ἀμερικῆς) ἐξηλείφθησαν διά παντός. Τί κρῖμα, οἱ σπουδασταί νά πληρώνουν τόσον ἀκριβά δίδακτρα καί νά παραμένουν ἀγράμματοι.